Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010
Τρίτη 25 Μαΐου 2010
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010
«Μνημονική Τέχνη»
Αριστοτέλης «περί Ψυχής»: η Μνήμη ανήκει στο ίδιο μέρος της Ψυχής με τη Φαντασία.
Ένα από τα βασικά προβλήματα της ανθρώπινης συνείδησης είναι η στενότητα. Δεν είναι πραγματική συνείδηση όταν παρατηρώ μόνο τί συμβαίνει στην άκρη της μύτης μου. Και ένα ζώο μπορεί να κάνει το ίδιο. Οι φευγαλέες αναλαμπές της συνείδησης – των δυνατοτήτων της συνείδησης – συμβαίνουν εκείνες τις στιγμές της ξαφνικής έντασης ή της βαθιάς χαλάρωσης, όταν αυτοί οι περιορισμοί αίρονται ξαφνικά.
Η «ικανότητα Χ», η παράξενη ικανότητα να δράττουμε ξαφνικά την πραγματικότητα άλλων τόπων και εποχών. Οι εκλάμψεις της «ικανότητας Χ» είναι σημαντικές για έναν άνθρωπο με εμπειρίες. Το φαινόμενο μιας τέτοιας εμπειρίας εξαρτάται από τα πόσα γνωρίζουμε. Για τον ανίδεο η «ικανότητα Χ» θα ήταν απλώς η ευχάριστη αίσθηση πως «όλα πάνε καλά», ότι ο κόσμος είναι ένα θαυμαστό και περίπλοκο μέρος. Για έναν φιλόσοφο θα μπορούσε να ισοδυναμεί με ενόραση στο νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η αρχαία «τέχνη της μνήμης» δεν ήταν απλώς μια προσπάθεια να μετατραπεί ο εγκέφαλος σε βιβλιοθήκη. Ήταν μια εκούσια προσπάθεια να αναπτυχθεί η «ικανότητα Χ», μια ευρύτερη και βαθύτερη μορφή συνείδησης. Εξ ου και η «μαγική» σπουδαιότητα της μνήμης. Το βλέπουμε εάν αναλογιστούμε την περιγραφή του Προυστ για το αίσθημα που ένιωσε όταν δοκίμασε το κέικ βουτηγμένο στο τσάι και μεταφέρθηκε αμέσως στην παιδική ηλικία. Ή την περιγραφή στο «Λύκο της Στέπας» του Έσσε για τη μυστικιστική ένταση του ήρωα: «για μερικές στιγμές η καρδιά μου έμεινε ακίνητη ανάμεσα στην απόλαυση και στη θλίψη όταν ανακάλυψα πόσο πλούσια ήταν η πινακοθήκη της ζωής μου και πόσο στρίμωχναν την ψυχή του βασανισμένου Λύκου της Στέπας τα ψηλά, αιώνια άστρα και αστερισμοί». Και στις δύο περιπτώσεις η μνήμη παύει να είναι «φωτοαντίγραφο» και γίνεται πραγματικότητα. Αυτή είναι η πραγματική σημασία της τέχνης της μνήμης. Και δεν είναι γλωσσολογικό ολίσθημα το ότι χρησιμοποιούμε τη λέξη «μαγεία» για να περιγράψουμε αυτές τις εμπλουτισμένες καταστάσεις συνείδησης: «η μαγεία της παιδικής ηλικίας», «η μαγεία της απόστασης», «η μαγεία των αισθήσεων». Οι δυνάμεις που οι αρχαίοι ονόμαζαν μαγεία – και στις οποίες εμείς προτιμάμε να αναφερόμαστε ως παραφυσικό – πηγάζουν από εκείνα τα κρυμμένα βασίλεια της συνείδησης που κείνται πέρα από τους συνηθισμένους περιορισμένους ορίζοντές μας.
Το γεγονός ότι αυτός ήταν ο θεμελιώδης στόχος της «τέχνης της μνήμης» διασαφηνίζεται από τα λόγια ενός από τους μεγαλύτερους υπερμάχους της. Ο Βενετσιάνος Giulio Camillo (1480 – 1544) είχε κατασκευάσει ένα «μνημονικό θέατρο», το οποίο οι λόγιοι της εποχής του συγκατέλεγαν μεταξύ των επτά θαυμάτων του κόσμου. Ο θεατής καθόταν σε μια σκηνή στο κέντρο του «ακροατηρίου» και αντίκρυζε το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης ταξινομημένης σε επτά ομάδες «καθισμάτων», η καθεμία σε επτά σειρές με επτά διαδρόμους ανάμεσα (ο αριθμός αναφέρεται στους επτά πλανήτες και στους επτά κίονες της Σοφίας του Σολομώντα). Εμείς θα προτιμούσαμε να το αποκαλέσουμε «Έκθεση», αλλά η λέξη αυτή ήταν άγνωστη της εποχή του Camillo. Τα ατομικά «εκθέματα» αποτελούνταν από «εικόνες» - μάλλον πίνακες, αγάλματα, σύμβολα – και κάτω από αυτά υπήρχαν συρτάρια που περιείχαν ομιλίες βασισμένες στον Κικέρωνα τον διασημότερο από τους Ρωμαίους ρήτορες. Η πρόθεση ήταν να αφυπνιστεί ο νους σε μια ευρύτερη αίσθηση της πραγματικότητας. Ο Camillo έλεγε πως αυτό θα βοηθούσε τον θεατή να «δει με τα μάτια του όλα όσα είναι κρυμμένα στα βάθη του ανθρώπινου νου» (στα Λατινικά «κρυμμένος» είναι occultus). Θα του αποκάλυπτε μια πανοραμική άποψη του σύμπαντος. Εξήγησε περαιτέρω τις προθέσεις του, χρησιμοποιώντας την εικόνα ενός ανθρώπου να στέκεται σε ένα δάσος, ο οποίος μπορεί να δεί μόνο τα δέντρα που τον περιστοιχίζουν. Όμως εάν υπάρχει ένας λόφος εκεί κοντά και σκαρφαλώσει στην κορυφή του, μπορεί να δει ένα ολόκληρο δάσος. Εν ολίγοις, ο άνθρωπος είναι παγιδευμένος στο παρόν και βλέπει τα δέντρα, ανίκανος να δει το δάσος. Όμως άπαξ και μάθει το σχήμα του δάσους (κατά προσέγγιση) μπορεί να ελπίζει ότι θα ανέλθει σε κατάσταση συνείδησης στην οποία ολόκληρη η εικόνα θα γίνεται κατανοητή.
Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010
Σκέψεις... 2ο
Η δύναμη της τεχνολογίας σήμερα έχει φτάσει στο σημείο να μπορεί κανείς να μιμηθεί τα πάντα, αλλά αυτό δεν οδηγεί σε καμία τέχνη, αντιθέτως γεμίζει τον κόσμο με καταναλωτικά σκουπίδια.
Νέοι άνθρωποι εκτελούνται καθημερινά εκ του συστάδην, κατασπαλώντας τέσσερις έως πέντε ώρες από τη ζωή τους, παρακολουθώντας ανυπόστατους κόσμους και φευγαλέα οράματα (Ν. Τσόμσκι).
Δεν υπάρχει περιέργεια για το καινούριο. Αν δε ρισκάρεις δε θα γνωρίσεις το νέο. Μην έχεις νοσταλγική διάθεση, γιατί αυτά ανήκουν αλλού. Να μη σπεύδεις εκεί που μυρίζει ναφθαλίνη. Τα πραγματικά αισθήματα της τέχνης δεν κρύβονται στις ξεχασμένες ευαισθησίες. Το μέλλον είναι «καλύτερο πρόσχημα».
Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο όταν ξεπηδάει από μία ανάγκη.
Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για να αγγίξεις ένα έργο τέχνης.
Οι αισθητικές και οι κριτικές μελέτες ή είναι μεροληπτικές και μονόπλευρες απόψεις, απολιθωμένες και χωρίς νόημα ή είναι επιδέξια λεκτικά παιχνίδια, όπου σήμερα κυριαρχεί η Α άποψη και αύριο η αντίθετη. Τα έργα τέχνης ζουν μέσα σε απέραντη μοναξιά και η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για να τα πλησιάσεις.
Επικίνδυνες και βλαβερές είναι οι θλίψεις που για να τις βουβάνουμε τις σέρνουμε μέσα στον όχλο. Οι μεγάλες θλίψεις διαπερνούν το εσώτερο Είναι μας, μας κάνουν να απλώνουμε τη ματιά μας πέρα από τα σύνορα της νόησής μας και ακόμα μακρύτερα, πέρα από το φράκτη της διαίσθησής μας.
Πρέπει να δεχτούμε την υπόστασή μας όσο γίνεται πιο πλέρια. Όλα ακόμα και το ακατανόητο πρέπει να είναι εκεί, να είναι όλα πιθανά. Να σταθούμε με θάρρος μπροστά στο αλλόκοτο, το θαυμαστό, το ανεξήγητο, που μπορεί να ανταμώσουμε. Να σταματήσουμε να αντιστεκόμαστε και να φοβόμαστε το ανεξήγητο. Η καθημερινή αντίσταση ατροφεί τις αισθήσεις που θα μπορούσαν να συλλάβουν οτιδήποτε «ανεξήγητο».
Ο φόβος μπροστά στο Άγνωστο όχι μονάχα φτώχυνε την ύπαρξη του ατόμου, αλλά περιόρισε ακόμα και τις σχέσεις του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, τις τράβηξε έξω από το ποτάμι των απέραντων δυνατοτήτων για να τις «προφυλάξει κάπου ήσυχα». Γι’ αυτό οι σχέσεις των ανθρώπων επαναλαμβάνονται με τόση ανείπωτη μονοτονία.
Ο φόβος μπροστά στο καινούριο, που δεν μπορούμε να προμαντέψουμε ποιο θα είναι το τέλος του και δεν έχουμε το κουράγιο να αναμετρηθούμε μαζί του. Δεν μπορούμε έτσι να ζήσουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους με όλη τη δύναμη και τη ζωντάνια που θα μπορούσαμε και συγχρόνως, δε φτάνουμε στο βάθος της δικής μας ύπαρξης.
Αν υπάρχουν τρόμοι, γκρεμοί, κίνδυνοι σ’ αυτόν τον κόσμο είναι δικοί μας και πρέπει να τους αγαπήσουμε.
Μουσική
«Η γνώσις της εν τω παντί τάξεως» είναι η Μουσική
«Καθ’ αρμονίαν συνεστάναι τα πάντα» – Διογένης Λαέρτιος
«Η φιλοσοφία είναι η μεγάλη Μουσική» – Πλάτωνας, Φαίδρος
Οι τέσσερις ιερές, μαθηματικές επιστήμες των αρχαίων Ελλήνων, τα τέσσερα πλατωνικά στάδια για την κατάκτηση της σοφίας ήταν: η Αριθμητική, η Μουσική, η Γεωμετρία, η Αστρονομία, που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τη μονάδα, τη δυάδα, την τριάδα και την τετράδα. Η Μουσική με τις αναλογίες της και τον ενσωματωμένο σ’ αυτήν Νόμο της Επτάδας ή Οκτάβας επηρέασε πολύ τη γεωμετρία και την αστρονομία και θα πρέπει να της δοθεί έτσι ιδιαίτερη μνεία. Η πυθαγόρεια άλλωστε τετρακτύς, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, «αναπτύσσεται στην ουράνια αρμονία που ψάλλουν οι Σειρήνες», τα πλανητικά αυτά σύμβολά της, με άλλα λόγια, στη μουσική των σφαιρών.
Η λέξη «Μουσική» ετυμολογικά σχηματίζεται από τη λέξη «Μούσα» ως βασικό μέρος και από μια χαρακτηριστική ενδεικτική μορφή κατάληξης ικος, ικη, ικον.
Το βασικό θέμα της λέξης «Μουσική», δηλαδή η λέξη «Μούσα» προέρχεται από τη Δωρική μορφή «Μώσα» η οποία παράγεται από το Δωρικό ρήμα «Μω», που ερμηνεύεται σαν Αναζητώ, Ερευνώ.
Αντίστοιχα η χαρακτηριστική μορφή της κατάληξης ικος, ικη, ικον προσδιορίζει το είδος, τη μορφή, τον χρόνο, τη χρήση ή τον χρήστη και άλλες πολλές ενδείξεις. Στη φράση ποιητΙΚΟΣ λόγος η κατάληξη ΙΚΟΣ υποδηλώνει το είδος του λόγου, στη φράση ΚατοχΙΚΟΣ λόγος, η κατάληξη ΙΚΟΣ υποδηλώνει τη χρονική περίοδο της δημιουργίας του νόμου. Στη λέξη ΑριθμητΙΚΗ δηλώνεται η επιστήμη που χρησιμοποιεί αριθμούς.
Με τη λέξη λοιπόν «Μουσική» πρέπει να υποδηλώνεται η Τέχνη ή η Επιστήμη που χρησιμοποιεί τη «Μούσα» ή «Μώσα», δηλαδή την έρευνα ή την αναζήτηση της γνώσης της αλήθειας, γενικά σε όλους τους κλάδους της επιστήμης και όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο κλάδο.
Προκύπτει λοιπόν από την παραπάνω ετυμολογική σημασία της λέξης «Μουσική», ότι όλες οι μορφές των αναζητήσεων και των ερευνών αποτελούν κλάδους της Μουσικής. Η Κοσμογονική, η Κοσμολογική, η Πλανητική έρευνα είναι μέρη της Μουσικής επιστήμης. Επίσης η Αριθμητική, η Γεωμετρική, η Μαθηματική έρευνα γενικώς είναι μέρη της Μουσικής επιστήμης.
Η μουσική στους αρχαίους δεν είχε μοναδικό σκοπό τη δημιουργία ευχάριστων απλώς συναισθημάτων ή την ψυχαγωγία των ανθρώπων, όπως συμβαίνει ως επί το πλείστον σήμερα, αλλά την εκπαίδευση, τον εξευγενισμό και την κάθαρση της ανθρώπινης ψυχής, η οποία έπρεπε να συντονιστεί με τη θεία ουράνια αρμονία, της οποίας όφειλε να αποτελεί μέρος.
Ο Πυθαγόρας, “Μύστης” και βαθύτατος γνώστης του συμβολισμού και αποσυμβολισμού, γνώριζε το βάθος του φιλοσοφικού νοήματος της Μουσικής και υποστήριζε ότι η αντίληψη και η κρίση της μουσικής γίνεται από διανοητική και πνευματική διεργασία και όχι από την αίσθηση της ακοής.
Η ίδια η μουσική θεωρούνταν ιδιότητα του Απόλλωνα του κατεξοχήν θεού της αρμονίας, του λόγου, της τάξεως και του αριθμού, ιδιότητες που αντιπροσωπεύονταν με τη λύρα του και αντιστοιχούσαν στις τέσσερις δυνάμεις του: τη μουσική, τη μαντική, την ιατρική και την τοξική ή καθαρτική.
Δεχόμενοι ότι όλα τα όντα και τα φαινόμενα είναι αριθμοί ή εκφράζονται με αριθμούς, οι Πυθαγόρειοι μελέτησαν εκτός των άλλων, τις σχέσεις των μουσικών φθόγγων και των αρμονιών και ανακάλυψαν ότι αυτές εκφράζονται με μεγάλη ακρίβεια με απλούς μαθηματικούς λόγους. Για παράδειγμα οι τρεις πρώτοι αρμονικοί η οκτάβα (διαπασών), η πέμπτη και η τέταρτη εκφράζονται με τις αριθμητικές σχέσεις, 2:1, 3:2 και 4:3.
Τη θεωρία των διαστημάτων η δυτική μουσική την παρέλαβε από την ελληνική στην οποία υπήρχαν σύμφωνα διαστήματα (οκτάβα, πέμπτη, τέταρτη) και διάφωνα (μικρή και μεγάλη δεύτερη, μικρή και μεγάλη τρίτη, αυξημένη τέταρτη, μικρή και μεγάλη έκτη, μικρή και μεγάλη έβδομη). Η αρχαία ελληνική μουσική γνώριζε επίσης και τα τρία γένη της σημερινής μουσικής: το διατονικό, το χρωματικό και το εναρμόνιο.
Ο μουσικός συμβολισμός των αρχαίων Ελλήνων μπορεί να εκφραστεί μαθηματικά με τους απλούς αριθμητικούς λόγους 1:2:3:4. Αν ορίσουμε με το λόγο 1:1 μια πλήρη χορδή, τότε στο λόγο 3:4 (τετάρτη) θα έχουμε τη συμφωνία του διατέσσερα, στο λόγο 2:3 (πέμπτη) τη συμφωνία του διαπέντε και στο λόγο 1:2 τη συμφωνία του διαπασών. Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώρισαν επίσης την οκτάβα συν μια πέμπτη (1:2:3) και τη διπλή οκτάβα ή δισδιαπασών (1:2:4).
Ας θυμηθούμε και το περίφημο ελληνικό Λ, τις δύο αριθμητικές ακολουθίες που χρησιμοποίησε ο Δημιουργός για να κατασκευάσει, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, την Ψυχή του Κόσμου, τοποθετημένες στη μορφή του ελληνικού γράμματος Λ:
1
2 3
4 9
8 27
Με το πείραμα του μονόχορδου αποδείχτηκε ότι οι σχέσεις μεταξύ των φθόγγων εξαρτώνται από το μήκος των χορδών και η μουσική συνδέθηκε έτσι με τα μαθηματικά. Η αρμονία των φθόγγων αντιστοιχούσε πλήρως στην αρμονία ή στην αναλογικότητα των αριθμών. Στη συνέχεια οι Πυθαγόρειοι στράφηκαν στην Αστρονομία και απέδωσαν μουσικές αναλογίες και σχέσεις στις αποστάσεις των πλανητών.
Ο Αριστοτέλης στο βιβλίο του Περί Ουρανού, αναφέρει ότι οι Πυθαγόρειοι και ιδίως ο Φιλόλαος, πίστευαν ότι οι επτά πλανήτες Ήλιος, Σελήνη, Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας και Κρόνος μαζί με τη Γη (8η) και τη σφαίρα των απλανών (9η), κινούνταν γύρω από την Εστία (ονομαζόμενη επίσης Εμπυρείον, Όλυμπος και Ζανός Πύργος), ένα κεντρικό πυρ το οποιο δεν βλέπουμε.
Με αυτόν τον τρόπο είχαμε συνολικά εννέα κινήσεις γύρω από την Εστία και επειδή θα έπρεπε να ήταν κανονικά δέκα, όσο και ο ιερός αριθμός που προκύπτει από την ιερή τετρακτύνα (1+2+3+4), υπέθεσαν την ύπαρξη της Αντιχθώνας, ενός άλλου πλανήτη που βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά του κεντρικού πυρός από ότι η Γη και ο οποίος γι’ αυτό το λόγο ήταν αόρατος.
Αναφέρει επίσης τις αποστάσεις των πλανητών από το κεντρικό πυρ σύμφωνα με την άποψη των Πυθαγορείων. Αυτές φαίνονται να ακολουθούν μία γεωμετρική πρόοδο με λόγο 3: Κεντρικό Πυρ (1), Αντιχθώνα (3), Γη (9), Σελήνη (27), Ερμής (81), Αφροδίτη (243), Ήλιος (στη μέση, 729), Άρης (2187), Δίας (6561) και Κρόνος (19683).
Ο Πυθαγόρας δίδαξε ότι καθένας από τους επτά πλανήτες παρήγαγε κατά την κίνησή του πάνω στην τροχιά του μια ιδιαίτερη νότα, ανάλογα με την απόστασή του από το κεντρικό πυρ. Οι αποστάσεις αυτές ήταν αρμονικές, ανάλογες με τα μουσικά διαστήματα και τις υποδιαιρέσεις της προηγούμενης χορδής. Από τη συνήχηση και συμφωνία τω επτά αυτών βασικών ουράνιων φθόγγων παράγεται η ουράνια συναυλία, η περίφημη Μουσική των Σφαιρών, ο αρμονικός και μελωδικός ήχος των Σειρήνων, τον οποίο συνήθως δεν ακούμε λόγω της λεπτότητάς του ή διότι τα αυτιά μας έχουν εξοικειωθεί σε αυτόν.
Την ίδια ουράνια μουσική πίστευε ο ιερός Αυγουστίνος ότι άκουγαν οι άνθρωποι τη στιγμή του θανάτου τους και υποτίθεται πως άκουσε, σύμφωνα με τον Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, ο Μωυσής στο όρος Σινά, όταν πήρε τις πλάκες με τις 12 εντολές.
«Καθ’ αρμονίαν συνεστάναι τα πάντα» – Διογένης Λαέρτιος
«Η φιλοσοφία είναι η μεγάλη Μουσική» – Πλάτωνας, Φαίδρος
Οι τέσσερις ιερές, μαθηματικές επιστήμες των αρχαίων Ελλήνων, τα τέσσερα πλατωνικά στάδια για την κατάκτηση της σοφίας ήταν: η Αριθμητική, η Μουσική, η Γεωμετρία, η Αστρονομία, που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τη μονάδα, τη δυάδα, την τριάδα και την τετράδα. Η Μουσική με τις αναλογίες της και τον ενσωματωμένο σ’ αυτήν Νόμο της Επτάδας ή Οκτάβας επηρέασε πολύ τη γεωμετρία και την αστρονομία και θα πρέπει να της δοθεί έτσι ιδιαίτερη μνεία. Η πυθαγόρεια άλλωστε τετρακτύς, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, «αναπτύσσεται στην ουράνια αρμονία που ψάλλουν οι Σειρήνες», τα πλανητικά αυτά σύμβολά της, με άλλα λόγια, στη μουσική των σφαιρών.
Η λέξη «Μουσική» ετυμολογικά σχηματίζεται από τη λέξη «Μούσα» ως βασικό μέρος και από μια χαρακτηριστική ενδεικτική μορφή κατάληξης ικος, ικη, ικον.
Το βασικό θέμα της λέξης «Μουσική», δηλαδή η λέξη «Μούσα» προέρχεται από τη Δωρική μορφή «Μώσα» η οποία παράγεται από το Δωρικό ρήμα «Μω», που ερμηνεύεται σαν Αναζητώ, Ερευνώ.
Αντίστοιχα η χαρακτηριστική μορφή της κατάληξης ικος, ικη, ικον προσδιορίζει το είδος, τη μορφή, τον χρόνο, τη χρήση ή τον χρήστη και άλλες πολλές ενδείξεις. Στη φράση ποιητΙΚΟΣ λόγος η κατάληξη ΙΚΟΣ υποδηλώνει το είδος του λόγου, στη φράση ΚατοχΙΚΟΣ λόγος, η κατάληξη ΙΚΟΣ υποδηλώνει τη χρονική περίοδο της δημιουργίας του νόμου. Στη λέξη ΑριθμητΙΚΗ δηλώνεται η επιστήμη που χρησιμοποιεί αριθμούς.
Με τη λέξη λοιπόν «Μουσική» πρέπει να υποδηλώνεται η Τέχνη ή η Επιστήμη που χρησιμοποιεί τη «Μούσα» ή «Μώσα», δηλαδή την έρευνα ή την αναζήτηση της γνώσης της αλήθειας, γενικά σε όλους τους κλάδους της επιστήμης και όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο κλάδο.
Προκύπτει λοιπόν από την παραπάνω ετυμολογική σημασία της λέξης «Μουσική», ότι όλες οι μορφές των αναζητήσεων και των ερευνών αποτελούν κλάδους της Μουσικής. Η Κοσμογονική, η Κοσμολογική, η Πλανητική έρευνα είναι μέρη της Μουσικής επιστήμης. Επίσης η Αριθμητική, η Γεωμετρική, η Μαθηματική έρευνα γενικώς είναι μέρη της Μουσικής επιστήμης.
Η μουσική στους αρχαίους δεν είχε μοναδικό σκοπό τη δημιουργία ευχάριστων απλώς συναισθημάτων ή την ψυχαγωγία των ανθρώπων, όπως συμβαίνει ως επί το πλείστον σήμερα, αλλά την εκπαίδευση, τον εξευγενισμό και την κάθαρση της ανθρώπινης ψυχής, η οποία έπρεπε να συντονιστεί με τη θεία ουράνια αρμονία, της οποίας όφειλε να αποτελεί μέρος.
Ο Πυθαγόρας, “Μύστης” και βαθύτατος γνώστης του συμβολισμού και αποσυμβολισμού, γνώριζε το βάθος του φιλοσοφικού νοήματος της Μουσικής και υποστήριζε ότι η αντίληψη και η κρίση της μουσικής γίνεται από διανοητική και πνευματική διεργασία και όχι από την αίσθηση της ακοής.
Η ίδια η μουσική θεωρούνταν ιδιότητα του Απόλλωνα του κατεξοχήν θεού της αρμονίας, του λόγου, της τάξεως και του αριθμού, ιδιότητες που αντιπροσωπεύονταν με τη λύρα του και αντιστοιχούσαν στις τέσσερις δυνάμεις του: τη μουσική, τη μαντική, την ιατρική και την τοξική ή καθαρτική.
Δεχόμενοι ότι όλα τα όντα και τα φαινόμενα είναι αριθμοί ή εκφράζονται με αριθμούς, οι Πυθαγόρειοι μελέτησαν εκτός των άλλων, τις σχέσεις των μουσικών φθόγγων και των αρμονιών και ανακάλυψαν ότι αυτές εκφράζονται με μεγάλη ακρίβεια με απλούς μαθηματικούς λόγους. Για παράδειγμα οι τρεις πρώτοι αρμονικοί η οκτάβα (διαπασών), η πέμπτη και η τέταρτη εκφράζονται με τις αριθμητικές σχέσεις, 2:1, 3:2 και 4:3.
Τη θεωρία των διαστημάτων η δυτική μουσική την παρέλαβε από την ελληνική στην οποία υπήρχαν σύμφωνα διαστήματα (οκτάβα, πέμπτη, τέταρτη) και διάφωνα (μικρή και μεγάλη δεύτερη, μικρή και μεγάλη τρίτη, αυξημένη τέταρτη, μικρή και μεγάλη έκτη, μικρή και μεγάλη έβδομη). Η αρχαία ελληνική μουσική γνώριζε επίσης και τα τρία γένη της σημερινής μουσικής: το διατονικό, το χρωματικό και το εναρμόνιο.
Ο μουσικός συμβολισμός των αρχαίων Ελλήνων μπορεί να εκφραστεί μαθηματικά με τους απλούς αριθμητικούς λόγους 1:2:3:4. Αν ορίσουμε με το λόγο 1:1 μια πλήρη χορδή, τότε στο λόγο 3:4 (τετάρτη) θα έχουμε τη συμφωνία του διατέσσερα, στο λόγο 2:3 (πέμπτη) τη συμφωνία του διαπέντε και στο λόγο 1:2 τη συμφωνία του διαπασών. Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώρισαν επίσης την οκτάβα συν μια πέμπτη (1:2:3) και τη διπλή οκτάβα ή δισδιαπασών (1:2:4).
Ας θυμηθούμε και το περίφημο ελληνικό Λ, τις δύο αριθμητικές ακολουθίες που χρησιμοποίησε ο Δημιουργός για να κατασκευάσει, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, την Ψυχή του Κόσμου, τοποθετημένες στη μορφή του ελληνικού γράμματος Λ:
1
2 3
4 9
8 27
Με το πείραμα του μονόχορδου αποδείχτηκε ότι οι σχέσεις μεταξύ των φθόγγων εξαρτώνται από το μήκος των χορδών και η μουσική συνδέθηκε έτσι με τα μαθηματικά. Η αρμονία των φθόγγων αντιστοιχούσε πλήρως στην αρμονία ή στην αναλογικότητα των αριθμών. Στη συνέχεια οι Πυθαγόρειοι στράφηκαν στην Αστρονομία και απέδωσαν μουσικές αναλογίες και σχέσεις στις αποστάσεις των πλανητών.
Ο Αριστοτέλης στο βιβλίο του Περί Ουρανού, αναφέρει ότι οι Πυθαγόρειοι και ιδίως ο Φιλόλαος, πίστευαν ότι οι επτά πλανήτες Ήλιος, Σελήνη, Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας και Κρόνος μαζί με τη Γη (8η) και τη σφαίρα των απλανών (9η), κινούνταν γύρω από την Εστία (ονομαζόμενη επίσης Εμπυρείον, Όλυμπος και Ζανός Πύργος), ένα κεντρικό πυρ το οποιο δεν βλέπουμε.
Με αυτόν τον τρόπο είχαμε συνολικά εννέα κινήσεις γύρω από την Εστία και επειδή θα έπρεπε να ήταν κανονικά δέκα, όσο και ο ιερός αριθμός που προκύπτει από την ιερή τετρακτύνα (1+2+3+4), υπέθεσαν την ύπαρξη της Αντιχθώνας, ενός άλλου πλανήτη που βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά του κεντρικού πυρός από ότι η Γη και ο οποίος γι’ αυτό το λόγο ήταν αόρατος.
Αναφέρει επίσης τις αποστάσεις των πλανητών από το κεντρικό πυρ σύμφωνα με την άποψη των Πυθαγορείων. Αυτές φαίνονται να ακολουθούν μία γεωμετρική πρόοδο με λόγο 3: Κεντρικό Πυρ (1), Αντιχθώνα (3), Γη (9), Σελήνη (27), Ερμής (81), Αφροδίτη (243), Ήλιος (στη μέση, 729), Άρης (2187), Δίας (6561) και Κρόνος (19683).
Ο Πυθαγόρας δίδαξε ότι καθένας από τους επτά πλανήτες παρήγαγε κατά την κίνησή του πάνω στην τροχιά του μια ιδιαίτερη νότα, ανάλογα με την απόστασή του από το κεντρικό πυρ. Οι αποστάσεις αυτές ήταν αρμονικές, ανάλογες με τα μουσικά διαστήματα και τις υποδιαιρέσεις της προηγούμενης χορδής. Από τη συνήχηση και συμφωνία τω επτά αυτών βασικών ουράνιων φθόγγων παράγεται η ουράνια συναυλία, η περίφημη Μουσική των Σφαιρών, ο αρμονικός και μελωδικός ήχος των Σειρήνων, τον οποίο συνήθως δεν ακούμε λόγω της λεπτότητάς του ή διότι τα αυτιά μας έχουν εξοικειωθεί σε αυτόν.
Την ίδια ουράνια μουσική πίστευε ο ιερός Αυγουστίνος ότι άκουγαν οι άνθρωποι τη στιγμή του θανάτου τους και υποτίθεται πως άκουσε, σύμφωνα με τον Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, ο Μωυσής στο όρος Σινά, όταν πήρε τις πλάκες με τις 12 εντολές.
Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009
Πυθαγόρας (570 π.Χ. – 500 ή 490 περίπου)
Στη διάρκεια της ζωής του ο Πυθαγόρας και οι αφοσιωμένοι οπαδοί του διακατέχονταν από μια παθιασμένη μυστικοπάθεια. Δεν άφησαν καθόλου γραπτά «μνημεία» απ’ όσα γνωρίζουμε. Οι αρχαιότερες γραπτές αναφορές στο πρόσωπο του Πυθαγόρα – που αποδέχονται οι σύγχρονοι μελετητές – περιορίζονται σε έξι σύντομα αποσπάσματα τα οποία χρονολογούνται στον αιώνα μετά τον θάνατό του και δεν προέρχονται από κάποιο πρωτότυπο, αλλά από έργα των συγγραφέων της αρχαιότητας οι οποίοι είτε είχαν διαβάσει το πρωτότυπο είτε επικαλούνται προγενέστερες, δευτερογενείς πηγές. Τα τρία από αυτά τα εδάφια πραγματεύονται το πυθαγόρειο δόγμα της μετενσάρκωσης, ενώ τα άλλα δύο αναφέρονται στο ψυχικό σθένος, στη γνώση και στη σοφία του Πυθαγόρα. Τα επόμενα δύο είναι χλευαστικά και προσβλητικά προς το πρόσωπό του. Το έκτο εδάφιο εκφράζει μια αμφίβολη φιλοφρόνηση η οποία παρεμβάλλεται στο μέσον μιας – μάλλον άσχετης κατά τα άλλα – εξιστόρησης από τον ιστορικό Ηρόδοτο, ο οποίος χαρακτηρίζει τον Πυθαγόρα ως «αναμφιβόλως, τον κατώτερο απ’ όλους τους Έλληνες σοφούς».
Την εποχή του Πλάτωνα, τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Πυθαγόρας και οι πυθαγόρειοι αποτελούσαν μάλλον ένα είδος μυστηρίου, ενώ σήμερα μνημονεύονται συχνά ως «μια αρχαία λατρεία, σχετικά με την οποία τίποτα δεν είναι γνωστό.
Ο Πλάτωνας γνωρίζοντας τους πυθαγόρειους, επηρεάστηκε πολύ από την ιδέα για τον ρόλο των αριθμών στη φύση και στη δημιουργία και επιχείρησε να ενσωματώσει εκείνο που θεωρούσε «διδακτέα ύλη των πυθαγορείων - την τετρακτύ» ή κουαντρίβιουμ – στην Ακαδημία του (Ακαδήμεια) στην Αθήνα. Ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του έγραψαν εκτενώς για τους πυθαγόρειους κάποια χρόνια μετά, στηριζόμενοι σε προγενέστερο υλικό, καθώς και σε προσεκτικά επιλεγμένους ζώντες φορείς της προφορικής παράδοσης πριν ακόμα μολυνθεί αυτή από διάφορα ψευδεπίγραφα κείμενα.
Φαίνεται πως ποτέ ξανά στην ανθρώπινη ιστορία δεν προσπάθησε άλλη ομάδα ανθρώπων με τέτοιο πείσμα ή έστω με τέτοια επιτυχία να παραμείνει μυστική, όσο οι πυθαγόρειοι και παρ’ όλα αυτά να αποκτήσει τέτοια διασημότητα και επιρροή για ένα τόσο απρόσμενα μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος εγκαταστάθηκε το 530 π.Χ. περίπου στην ελληνική αποικία του Κρότωνα στη νότια ακτή της Ιταλίας (σε ηλικία σαράντα ετών). Προκάλεσε αίσθηση ως δάσκαλος και θρησκευτικός ηγέτης. Κήρυττε ένα δόγμα μετενσάρκωσης και κατέστη σημαντική μορφή στην πολιτική σκηνή της πόλης, απέκτησε επικίνδυνους εχθρούς και τελικά το 500 π.Χ. περίπου αναγκάστηκε να μετεγκατασταθεί σε μια άλλη παράκτια πόλη, το Μεταπόντιο όπου και πέθανε.
Στον Κρότωνα πειραματίστηκε με τη χρήση της λύρας προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα, γιατί κάποιες χορδές συγκεκριμένου μήκους παράγουν τόσο όμορφους ήχους. Ανακάλυψε πως η σχέση μεταξύ του μήκους της χορδής μιας λύρας και του ανθρώπινου αυτιού δεν είναι συμπτωματικές ούτε αυθαίρετες.
Σε μια έκλαμψη πνευματικής διαύγειας οι πυθαγόρειοι ανακάλυψαν πρότυπα και κρυμμένη αρμονία πίσω από τη φαινομενική ποικιλία και πολυπλοκότητα της φύσης, η οποία μπορεί να κατανοηθεί μέσω των αριθμών. Έφτασαν στο σημείο να ορίσουν τους αριθμούς ως οδηγούς τους (στην εποχή που ζούσε ο Πυθαγόρας ή λίγο μετά το θάνατό του), προκειμένου να διατυπώσουν ορισμένες ίσως υπερβολικές, ανορθόδοξες και ακατέργαστες ιδέες για το Σύμπαν και τη φύση. Ορισμένοι ίσως εκπλαγούν όταν μάθουν ότι σε τούτο τον «πρωτοπυθαγόρειο» πυρήνα αλήθειας δεν γίνεται καμιά αναφορά σε πυθαγόρεια τρίγωνα ή στο πυθαγόρειο θεώρημα (πιο σωστά πυθαγόρειος κανόνας γιατί ο όρος «θεώρημα» υποδηλώνει μια έννοια άγνωστη την εποχή εκείνη). Ο τρόπος με τον οποίο το πυθαγόρειο θεώρημα πέρασε από κοινωνία σε κοινωνία και από μια ιστορική περίοδο σε άλλη, συνιστά ένα περίπλοκο και συναρπαστικό θέμα. Ήταν γνωστό το πυθαγόρειο θεώρημα και χάθηκε στη συνέχεια; Ή μήπως χάθηκε μόνο εν μέρει; Σημειώθηκαν άραγε μεμονωμένες ανακαλύψεις; Εξίσου σημαντική είναι και η οπτική μιας τέτοιας κληρονομιάς από τις διάφορες κοινωνίες και το νόημα που της απέδωσαν. Άραγε η γνώση του ήταν χρήσιμη για τη χωρομετρία και την κατασκευή κτιρίων;
Οι αριθμοί και τα μαθηματικά χρησιμοποιούνταν αιώνες πριν γεννηθεί ο Πυθαγόρας, μερικές φορές μάλιστα εφαρμόζονταν κάτω από μια οπτική περισσότερο εξεζητημένη από τη δική του και των οπαδών του.
Οι συλλήψεις των πυθαγορείων στο βασίλειο της μουσικής ήταν εξαιρετικές και υλοποιούνταν με έναν εξ ολοκλήρου νέο τρόπο, εντελώς διαφορετικό από την πρακτική χρήση των αριθμών ή την εκτίμηση ενός όμορφου γεωμερικού σχήματος. Διαπνεόμενοι από μια ευλάβεια για τη δύναμη των αριθμών ο Πυθαγόρας και οι οπαδοί του πραγματοποίησαν μία από τις εμβριθέστερες και σπουδαιότερες ανακαλύψεις στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Βρέθηκαν μπροστά σε ένα κατώφλι σαν αυτά που ελάχιστες φορές έχει διαβεί η ανθρωπότητα. Η συγκεκριμένη αυτή πύλη δεν θα ξανάκλεινε ποτέ.
Την εποχή του Πλάτωνα, τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Πυθαγόρας και οι πυθαγόρειοι αποτελούσαν μάλλον ένα είδος μυστηρίου, ενώ σήμερα μνημονεύονται συχνά ως «μια αρχαία λατρεία, σχετικά με την οποία τίποτα δεν είναι γνωστό.
Ο Πλάτωνας γνωρίζοντας τους πυθαγόρειους, επηρεάστηκε πολύ από την ιδέα για τον ρόλο των αριθμών στη φύση και στη δημιουργία και επιχείρησε να ενσωματώσει εκείνο που θεωρούσε «διδακτέα ύλη των πυθαγορείων - την τετρακτύ» ή κουαντρίβιουμ – στην Ακαδημία του (Ακαδήμεια) στην Αθήνα. Ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του έγραψαν εκτενώς για τους πυθαγόρειους κάποια χρόνια μετά, στηριζόμενοι σε προγενέστερο υλικό, καθώς και σε προσεκτικά επιλεγμένους ζώντες φορείς της προφορικής παράδοσης πριν ακόμα μολυνθεί αυτή από διάφορα ψευδεπίγραφα κείμενα.
Φαίνεται πως ποτέ ξανά στην ανθρώπινη ιστορία δεν προσπάθησε άλλη ομάδα ανθρώπων με τέτοιο πείσμα ή έστω με τέτοια επιτυχία να παραμείνει μυστική, όσο οι πυθαγόρειοι και παρ’ όλα αυτά να αποκτήσει τέτοια διασημότητα και επιρροή για ένα τόσο απρόσμενα μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος εγκαταστάθηκε το 530 π.Χ. περίπου στην ελληνική αποικία του Κρότωνα στη νότια ακτή της Ιταλίας (σε ηλικία σαράντα ετών). Προκάλεσε αίσθηση ως δάσκαλος και θρησκευτικός ηγέτης. Κήρυττε ένα δόγμα μετενσάρκωσης και κατέστη σημαντική μορφή στην πολιτική σκηνή της πόλης, απέκτησε επικίνδυνους εχθρούς και τελικά το 500 π.Χ. περίπου αναγκάστηκε να μετεγκατασταθεί σε μια άλλη παράκτια πόλη, το Μεταπόντιο όπου και πέθανε.
Στον Κρότωνα πειραματίστηκε με τη χρήση της λύρας προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα, γιατί κάποιες χορδές συγκεκριμένου μήκους παράγουν τόσο όμορφους ήχους. Ανακάλυψε πως η σχέση μεταξύ του μήκους της χορδής μιας λύρας και του ανθρώπινου αυτιού δεν είναι συμπτωματικές ούτε αυθαίρετες.
Σε μια έκλαμψη πνευματικής διαύγειας οι πυθαγόρειοι ανακάλυψαν πρότυπα και κρυμμένη αρμονία πίσω από τη φαινομενική ποικιλία και πολυπλοκότητα της φύσης, η οποία μπορεί να κατανοηθεί μέσω των αριθμών. Έφτασαν στο σημείο να ορίσουν τους αριθμούς ως οδηγούς τους (στην εποχή που ζούσε ο Πυθαγόρας ή λίγο μετά το θάνατό του), προκειμένου να διατυπώσουν ορισμένες ίσως υπερβολικές, ανορθόδοξες και ακατέργαστες ιδέες για το Σύμπαν και τη φύση. Ορισμένοι ίσως εκπλαγούν όταν μάθουν ότι σε τούτο τον «πρωτοπυθαγόρειο» πυρήνα αλήθειας δεν γίνεται καμιά αναφορά σε πυθαγόρεια τρίγωνα ή στο πυθαγόρειο θεώρημα (πιο σωστά πυθαγόρειος κανόνας γιατί ο όρος «θεώρημα» υποδηλώνει μια έννοια άγνωστη την εποχή εκείνη). Ο τρόπος με τον οποίο το πυθαγόρειο θεώρημα πέρασε από κοινωνία σε κοινωνία και από μια ιστορική περίοδο σε άλλη, συνιστά ένα περίπλοκο και συναρπαστικό θέμα. Ήταν γνωστό το πυθαγόρειο θεώρημα και χάθηκε στη συνέχεια; Ή μήπως χάθηκε μόνο εν μέρει; Σημειώθηκαν άραγε μεμονωμένες ανακαλύψεις; Εξίσου σημαντική είναι και η οπτική μιας τέτοιας κληρονομιάς από τις διάφορες κοινωνίες και το νόημα που της απέδωσαν. Άραγε η γνώση του ήταν χρήσιμη για τη χωρομετρία και την κατασκευή κτιρίων;
Οι αριθμοί και τα μαθηματικά χρησιμοποιούνταν αιώνες πριν γεννηθεί ο Πυθαγόρας, μερικές φορές μάλιστα εφαρμόζονταν κάτω από μια οπτική περισσότερο εξεζητημένη από τη δική του και των οπαδών του.
Οι συλλήψεις των πυθαγορείων στο βασίλειο της μουσικής ήταν εξαιρετικές και υλοποιούνταν με έναν εξ ολοκλήρου νέο τρόπο, εντελώς διαφορετικό από την πρακτική χρήση των αριθμών ή την εκτίμηση ενός όμορφου γεωμερικού σχήματος. Διαπνεόμενοι από μια ευλάβεια για τη δύναμη των αριθμών ο Πυθαγόρας και οι οπαδοί του πραγματοποίησαν μία από τις εμβριθέστερες και σπουδαιότερες ανακαλύψεις στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Βρέθηκαν μπροστά σε ένα κατώφλι σαν αυτά που ελάχιστες φορές έχει διαβεί η ανθρωπότητα. Η συγκεκριμένη αυτή πύλη δεν θα ξανάκλεινε ποτέ.
Η φαινομενολογία
Μέσα από το συγγραφικό έργο του Έντμουντ Χούσερλ (1859 – 1938) αναδύθηκε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο αξιόλογα ρεύματα στην ιστορία της φιλοσοφίας, η φαινομενολογία. Πρόκειται για μια μέθοδο προσέγγισης της συνείδησής μας και όχι για μια θεωρία ή κάποιο σύστημα φιλοσοφίας που θα μας πει τι είναι σωστό και τι δεν είναι.
Στη συνείδησή μας περιλαμβάνονται παραστάσεις, εικόνες και εμπειρίες που τις συνδέουμε με τις αιτίες τους, δηλαδή τα όντα και τα γεγονότα που τις προκάλεσαν μέσα μας και τις οποίες κρίνουμε, αναλύουμε και τις συνδυάζουμε με συναισθηματικές καταστάσεις μέσα μας. Όμως οι κρίσεις, οι αναλύσεις των παραστάσεων μας, ο συσχετισμός τους με τα συναισθήματά μας και με τις αιτίες που τα δημιούργησαν, δεν αποτελούν συστατικά των ίδιων των περιεχομένων της συνείδησής μας. Αφού αποτυπωθούν οι παραστάσεις, οι εικόνες και οι εμπειρίες στη συνείδησή μας, έρχεται η τελευταία αυτή να τις κρίνει, να τις αναλύσει, να τις συνδέσει με τις αιτίες τους, να τις συνδυάσει με συναισθηματικές καταστάσεις μας.
Οι κρίσεις μας όμως, οι αναλύσεις μας και οι αναφορές μας σε αιτίες και συναισθήματα, μπορεί να μην είναι ακριβείς, οπότε και οι παραστάσεις με τις οποίες συνυφαίνονται εκείνες, παρουσιάζονται στη συνειδησή μας διαστρεβλωμένες, παραποιημένες, θολές. Αν θέλουμε να δούμε την πραγματική φύση των παραστάσεων μέσα μας, να επιχειρήσουμε να τις δούμε σε ένα πρωτογενές, προεμπειρικό στάδιο προσέγγισής τους πριν αρχίσουμε να τις κρίνουμε, να τις αναλύουμε και να τις συνδέουμε με τις αιτίες τους και τα συναισθήματά μας, να τις δούμε δηλαδή σαν καθαρά φαινόμενα, όπως πραγματικά φαίνονται στη συνείδησή μας, όπως αρχικά αποτυπώθηκαν μέσα μας.
Προκειμένου να συλλάβουμε την ουσία τους θα πρέπει η συνείδησή μας να ακολουθήσει δύο άλλες διαδικασίες, να επιχειρήσει δύο τύπους υπέρβασης μέσα μας: την φαινομενολογική αναγωγή και την ειδητική αναγωγή.
Η φαινομενολογική αναγωγή είναι μια διαδικασία οπισθοδρόμησης της συνείδησης. Έχοντας πάει ένα βήμα πίσω για να φτάσει στα καθαρά φαινόμενα, στην κατάσταση που βρίσκονταν τα περιεχόμενά της πριν από τη διατύπωση εκ μέρους μας κρίσεων ή αναλύσεων γι’ αυτά και το συσχετισμό τους με τις αιτίες τους και τις συναισθηματικές μας καταστάσεις, καλείται να πάει ένα ακόμα βήμα προς τα πίσω. Όταν αποσυνδέσουμε τη συνείδησή μας από κρίσεις, αναλύσεις, αναφορές σε αιτίες και συναισθήματα και έχει μείνει μέσα μας ως καθαρό φαινόμενο, δεν αποκλείεται τελικά να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, να μας φαίνεται πραγματικό χωρίς να είναι, να είναι δηλαδή μια παραίσθηση, δίχως και αυτό πάλι να σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να μην είναι παραίσθηση αλλά να είναι πραγματικό. Τα ίδια τα φαινόμενα της συνείδησής μας, τα καθαρά φαινόμενα, είναι αδύνατον να μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα αυτό. Εκείνο που θα πρέπει να κάνουμε αναφορικά προς τα καθαρά φαινόμενα, είναι να τηρήσουμε απέναντί τους μια στάση «εποχής» (αναστολή διατύπωσης κρίσεων, σύμφωνα με τη θεωρία του πυρρωνισμού).
Πηγαίνοντας ένα βήμα πίσω από τα φαινόμενα της συνείδησής μας, όπως υπαγορεύει η φαινομενολογική αναγωγή, βιώνουμε άμεσα την ίδια τη συνείδησή μας σαν ένα ρεύμα, σαν κάτι που μας διατρέχει, μέσα στο οποίο εμπλέκονται τα περιεχόμενά της, τα καθαρά φαινόμενα, οι κρίσεις μας και οι αναλύσεις μας γι’ αυτά και οι αναφορές μας στις αιτίες τους.
Επειδή η βίωση του ρεύματος της συνείδησης μας εκ μέρους μας είναι άμεση, δεν μας αφήνει περιθώρια για να την αμφισβητήσουμε και γι’ αυτό αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχτεί η βεβαιότητα που ψάχνουμε μέσα μας. Βέβαια, το ρεύμα της συνείδησης μας δεν είναι μια τυφλή χωρίς καμιά στόχευση ενέργεια, αλλά εκδηλώνεται πάντοτε σε σχέση με κάτι άλλο, διαφορετικό από αυτή.
Δεν υπάρχει σκέτη συνείδηση χωρίς να αναφέρεται σε κάτι, αλλά υπάρχει πάντοτε ως συνείδηση τινός, ως συνείδηση κάποιου πράγματος, το οποίο μπορεί να είναι ένας μουσικός φθόγγος, το χρώμα ενός αντικειμένου κ.λ.π. Βέβαια ένας μουσικός φθόγγος στον οποίο αναφέρεται η συνείδησή μας, μπορεί να παρουσιαστεί σ’ αυτήν με χίλιες δυο διαφορετικές εκδοχές. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για ένα χρώμα αλλά και κάθε άλλο φαινόμενο στο οποίο αναφέρεται η συνείδησή μας, τα οποία μπορούν να προσλάβουν μέσα της πλήθος διαφορετικών εκδοχών. Τί είναι εκείνο όμως που παρά την ποικιλία που παρουσιάζουν οι μουσικοί φθόγγοι μεταξύ τους συντελεί ώστε να αποτελούν από κοινού μια ομάδα έτσι ώστε τα μέλη της να μην μπορούν να υπαχθούν σε κάποια άλλη ομάδα – στην κατηγορία των γλυκών πραγμάτων, στην κατηγορία των σκληρών πραγμάτων κ.ο.κ. – ή τί είναι εκείνο που κάνει τα χρώματα, παρά τις διαφορετικές εκδοχές με τις οποίες παρουσιάζονται στη συνείδησή μας, να συνιστούν μια ομάδα; Θα πρέπει ασφαλώς τα πράγματα πίσω από τις ποικίλες μορφές που εμφανίζονται στη συνείδησή μας, να διαθέτουν κάτι κοινό, μια σταθερή και αμετάβλητη δομή, ένα πρότυπο απ’ όπου πηγάζουν και εκπορεύονται οι ποικίλες μορφές τους. Μόνο που για να συλλάβουμε τη δομή αυτή της κάθε ομάδας των φαινομένων της συνείδησης, σύμφωνα με τη μέθοδο της φαινομενολογίας, χρειάζεται να επιχειρήσουμε μία ακόμη αναγωγή (πέρα από τη φαινομενολογική αναγωγή), την ειδητική αναγωγή. Χάρη στην ειδητική αναγωγή, μεταβαίνουμε από την πολλαπλότητα των φαινομένων στη σταθερή και αμετάβλητη δομή, την ιδέα ή το είδος (οι όροι «ιδέα» και «είδος» χρησιμοποιούνται με τη σημασία με την οποία τους εισηγήθηκε ο Πλάτων σαν τα πρότυπα δηλαδή, των οποίων τα πράγματα που συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας αποτελούν αντίγραφα) που αποτελεί την ουσία από την οποία πηγάζουν τα φαινόμενα.
Στη συνείδησή μας περιλαμβάνονται παραστάσεις, εικόνες και εμπειρίες που τις συνδέουμε με τις αιτίες τους, δηλαδή τα όντα και τα γεγονότα που τις προκάλεσαν μέσα μας και τις οποίες κρίνουμε, αναλύουμε και τις συνδυάζουμε με συναισθηματικές καταστάσεις μέσα μας. Όμως οι κρίσεις, οι αναλύσεις των παραστάσεων μας, ο συσχετισμός τους με τα συναισθήματά μας και με τις αιτίες που τα δημιούργησαν, δεν αποτελούν συστατικά των ίδιων των περιεχομένων της συνείδησής μας. Αφού αποτυπωθούν οι παραστάσεις, οι εικόνες και οι εμπειρίες στη συνείδησή μας, έρχεται η τελευταία αυτή να τις κρίνει, να τις αναλύσει, να τις συνδέσει με τις αιτίες τους, να τις συνδυάσει με συναισθηματικές καταστάσεις μας.
Οι κρίσεις μας όμως, οι αναλύσεις μας και οι αναφορές μας σε αιτίες και συναισθήματα, μπορεί να μην είναι ακριβείς, οπότε και οι παραστάσεις με τις οποίες συνυφαίνονται εκείνες, παρουσιάζονται στη συνειδησή μας διαστρεβλωμένες, παραποιημένες, θολές. Αν θέλουμε να δούμε την πραγματική φύση των παραστάσεων μέσα μας, να επιχειρήσουμε να τις δούμε σε ένα πρωτογενές, προεμπειρικό στάδιο προσέγγισής τους πριν αρχίσουμε να τις κρίνουμε, να τις αναλύουμε και να τις συνδέουμε με τις αιτίες τους και τα συναισθήματά μας, να τις δούμε δηλαδή σαν καθαρά φαινόμενα, όπως πραγματικά φαίνονται στη συνείδησή μας, όπως αρχικά αποτυπώθηκαν μέσα μας.
Προκειμένου να συλλάβουμε την ουσία τους θα πρέπει η συνείδησή μας να ακολουθήσει δύο άλλες διαδικασίες, να επιχειρήσει δύο τύπους υπέρβασης μέσα μας: την φαινομενολογική αναγωγή και την ειδητική αναγωγή.
Η φαινομενολογική αναγωγή είναι μια διαδικασία οπισθοδρόμησης της συνείδησης. Έχοντας πάει ένα βήμα πίσω για να φτάσει στα καθαρά φαινόμενα, στην κατάσταση που βρίσκονταν τα περιεχόμενά της πριν από τη διατύπωση εκ μέρους μας κρίσεων ή αναλύσεων γι’ αυτά και το συσχετισμό τους με τις αιτίες τους και τις συναισθηματικές μας καταστάσεις, καλείται να πάει ένα ακόμα βήμα προς τα πίσω. Όταν αποσυνδέσουμε τη συνείδησή μας από κρίσεις, αναλύσεις, αναφορές σε αιτίες και συναισθήματα και έχει μείνει μέσα μας ως καθαρό φαινόμενο, δεν αποκλείεται τελικά να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, να μας φαίνεται πραγματικό χωρίς να είναι, να είναι δηλαδή μια παραίσθηση, δίχως και αυτό πάλι να σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να μην είναι παραίσθηση αλλά να είναι πραγματικό. Τα ίδια τα φαινόμενα της συνείδησής μας, τα καθαρά φαινόμενα, είναι αδύνατον να μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα αυτό. Εκείνο που θα πρέπει να κάνουμε αναφορικά προς τα καθαρά φαινόμενα, είναι να τηρήσουμε απέναντί τους μια στάση «εποχής» (αναστολή διατύπωσης κρίσεων, σύμφωνα με τη θεωρία του πυρρωνισμού).
Πηγαίνοντας ένα βήμα πίσω από τα φαινόμενα της συνείδησής μας, όπως υπαγορεύει η φαινομενολογική αναγωγή, βιώνουμε άμεσα την ίδια τη συνείδησή μας σαν ένα ρεύμα, σαν κάτι που μας διατρέχει, μέσα στο οποίο εμπλέκονται τα περιεχόμενά της, τα καθαρά φαινόμενα, οι κρίσεις μας και οι αναλύσεις μας γι’ αυτά και οι αναφορές μας στις αιτίες τους.
Επειδή η βίωση του ρεύματος της συνείδησης μας εκ μέρους μας είναι άμεση, δεν μας αφήνει περιθώρια για να την αμφισβητήσουμε και γι’ αυτό αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχτεί η βεβαιότητα που ψάχνουμε μέσα μας. Βέβαια, το ρεύμα της συνείδησης μας δεν είναι μια τυφλή χωρίς καμιά στόχευση ενέργεια, αλλά εκδηλώνεται πάντοτε σε σχέση με κάτι άλλο, διαφορετικό από αυτή.
Δεν υπάρχει σκέτη συνείδηση χωρίς να αναφέρεται σε κάτι, αλλά υπάρχει πάντοτε ως συνείδηση τινός, ως συνείδηση κάποιου πράγματος, το οποίο μπορεί να είναι ένας μουσικός φθόγγος, το χρώμα ενός αντικειμένου κ.λ.π. Βέβαια ένας μουσικός φθόγγος στον οποίο αναφέρεται η συνείδησή μας, μπορεί να παρουσιαστεί σ’ αυτήν με χίλιες δυο διαφορετικές εκδοχές. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για ένα χρώμα αλλά και κάθε άλλο φαινόμενο στο οποίο αναφέρεται η συνείδησή μας, τα οποία μπορούν να προσλάβουν μέσα της πλήθος διαφορετικών εκδοχών. Τί είναι εκείνο όμως που παρά την ποικιλία που παρουσιάζουν οι μουσικοί φθόγγοι μεταξύ τους συντελεί ώστε να αποτελούν από κοινού μια ομάδα έτσι ώστε τα μέλη της να μην μπορούν να υπαχθούν σε κάποια άλλη ομάδα – στην κατηγορία των γλυκών πραγμάτων, στην κατηγορία των σκληρών πραγμάτων κ.ο.κ. – ή τί είναι εκείνο που κάνει τα χρώματα, παρά τις διαφορετικές εκδοχές με τις οποίες παρουσιάζονται στη συνείδησή μας, να συνιστούν μια ομάδα; Θα πρέπει ασφαλώς τα πράγματα πίσω από τις ποικίλες μορφές που εμφανίζονται στη συνείδησή μας, να διαθέτουν κάτι κοινό, μια σταθερή και αμετάβλητη δομή, ένα πρότυπο απ’ όπου πηγάζουν και εκπορεύονται οι ποικίλες μορφές τους. Μόνο που για να συλλάβουμε τη δομή αυτή της κάθε ομάδας των φαινομένων της συνείδησης, σύμφωνα με τη μέθοδο της φαινομενολογίας, χρειάζεται να επιχειρήσουμε μία ακόμη αναγωγή (πέρα από τη φαινομενολογική αναγωγή), την ειδητική αναγωγή. Χάρη στην ειδητική αναγωγή, μεταβαίνουμε από την πολλαπλότητα των φαινομένων στη σταθερή και αμετάβλητη δομή, την ιδέα ή το είδος (οι όροι «ιδέα» και «είδος» χρησιμοποιούνται με τη σημασία με την οποία τους εισηγήθηκε ο Πλάτων σαν τα πρότυπα δηλαδή, των οποίων τα πράγματα που συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας αποτελούν αντίγραφα) που αποτελεί την ουσία από την οποία πηγάζουν τα φαινόμενα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
