Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

«Μνημονική Τέχνη»

      Αριστοτέλης «περί Ψυχής»: η Μνήμη ανήκει στο ίδιο μέρος της Ψυχής με τη Φαντασία.

  Ένα από τα βασικά προβλήματα της ανθρώπινης συνείδησης είναι η στενότητα. Δεν είναι πραγματική συνείδηση όταν παρατηρώ μόνο τί συμβαίνει στην άκρη της μύτης μου. Και ένα ζώο μπορεί να κάνει το ίδιο. Οι φευγαλέες αναλαμπές της συνείδησης – των δυνατοτήτων της συνείδησης – συμβαίνουν εκείνες τις στιγμές της ξαφνικής έντασης ή της βαθιάς χαλάρωσης, όταν αυτοί οι περιορισμοί αίρονται ξαφνικά.
  Η «ικανότητα Χ», η παράξενη ικανότητα να δράττουμε ξαφνικά την πραγματικότητα άλλων τόπων και εποχών. Οι εκλάμψεις της «ικανότητας Χ» είναι σημαντικές για έναν άνθρωπο με εμπειρίες. Το φαινόμενο μιας τέτοιας εμπειρίας εξαρτάται από τα πόσα γνωρίζουμε. Για τον ανίδεο η «ικανότητα Χ» θα ήταν απλώς η ευχάριστη αίσθηση πως «όλα πάνε καλά», ότι ο κόσμος είναι ένα θαυμαστό και περίπλοκο μέρος. Για έναν φιλόσοφο θα μπορούσε να ισοδυναμεί με ενόραση στο νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης.
  Η αρχαία «τέχνη της μνήμης» δεν ήταν απλώς μια προσπάθεια να μετατραπεί ο εγκέφαλος σε βιβλιοθήκη. Ήταν μια εκούσια προσπάθεια να αναπτυχθεί η «ικανότητα Χ», μια ευρύτερη και βαθύτερη μορφή συνείδησης. Εξ ου και η «μαγική» σπουδαιότητα της μνήμης. Το βλέπουμε εάν αναλογιστούμε την περιγραφή του Προυστ για το αίσθημα που ένιωσε όταν δοκίμασε το κέικ βουτηγμένο στο τσάι και μεταφέρθηκε αμέσως στην παιδική ηλικία. Ή την περιγραφή στο «Λύκο της Στέπας» του Έσσε για τη μυστικιστική ένταση του ήρωα: «για μερικές στιγμές η καρδιά μου έμεινε ακίνητη ανάμεσα στην απόλαυση και στη θλίψη όταν ανακάλυψα πόσο πλούσια ήταν η πινακοθήκη της ζωής μου και πόσο στρίμωχναν την ψυχή του βασανισμένου Λύκου της Στέπας τα ψηλά, αιώνια άστρα και αστερισμοί». Και στις δύο περιπτώσεις η μνήμη παύει να είναι «φωτοαντίγραφο» και γίνεται πραγματικότητα. Αυτή είναι η πραγματική σημασία της τέχνης της μνήμης. Και δεν είναι γλωσσολογικό ολίσθημα το ότι χρησιμοποιούμε τη λέξη «μαγεία» για να περιγράψουμε αυτές τις εμπλουτισμένες καταστάσεις συνείδησης: «η μαγεία της παιδικής ηλικίας», «η μαγεία της απόστασης», «η μαγεία των αισθήσεων». Οι δυνάμεις που οι αρχαίοι ονόμαζαν μαγεία – και στις οποίες εμείς προτιμάμε να αναφερόμαστε ως παραφυσικό – πηγάζουν από εκείνα τα κρυμμένα βασίλεια της συνείδησης που κείνται πέρα από τους συνηθισμένους περιορισμένους ορίζοντές μας.
  Το γεγονός ότι αυτός ήταν ο θεμελιώδης στόχος της «τέχνης της μνήμης» διασαφηνίζεται από τα λόγια ενός από τους μεγαλύτερους υπερμάχους της. Ο Βενετσιάνος Giulio Camillo (1480 – 1544) είχε κατασκευάσει ένα «μνημονικό θέατρο», το οποίο οι λόγιοι της εποχής του συγκατέλεγαν μεταξύ των επτά θαυμάτων του κόσμου. Ο θεατής καθόταν σε μια σκηνή στο κέντρο του «ακροατηρίου» και αντίκρυζε το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης ταξινομημένης σε επτά ομάδες «καθισμάτων», η καθεμία σε επτά σειρές με επτά διαδρόμους ανάμεσα (ο αριθμός αναφέρεται στους επτά πλανήτες και στους επτά κίονες της Σοφίας του Σολομώντα). Εμείς θα προτιμούσαμε να το αποκαλέσουμε «Έκθεση», αλλά η λέξη αυτή ήταν άγνωστη της εποχή του Camillo. Τα ατομικά «εκθέματα» αποτελούνταν από «εικόνες» - μάλλον πίνακες, αγάλματα, σύμβολα – και κάτω από αυτά υπήρχαν συρτάρια που περιείχαν ομιλίες βασισμένες στον Κικέρωνα τον διασημότερο από τους Ρωμαίους ρήτορες. Η πρόθεση ήταν να αφυπνιστεί ο νους σε μια ευρύτερη αίσθηση της πραγματικότητας. Ο Camillo έλεγε πως αυτό θα βοηθούσε τον θεατή να «δει με τα μάτια του όλα όσα είναι κρυμμένα στα βάθη του ανθρώπινου νου» (στα Λατινικά «κρυμμένος» είναι occultus). Θα του αποκάλυπτε μια πανοραμική άποψη του σύμπαντος. Εξήγησε περαιτέρω τις προθέσεις του, χρησιμοποιώντας την εικόνα ενός ανθρώπου να στέκεται σε ένα δάσος, ο οποίος μπορεί να δεί μόνο τα δέντρα που τον περιστοιχίζουν. Όμως εάν υπάρχει ένας λόφος εκεί κοντά και σκαρφαλώσει στην κορυφή του, μπορεί να δει ένα ολόκληρο δάσος. Εν ολίγοις, ο άνθρωπος είναι παγιδευμένος στο παρόν και βλέπει τα δέντρα, ανίκανος να δει το δάσος. Όμως άπαξ και μάθει το σχήμα του δάσους (κατά προσέγγιση) μπορεί να ελπίζει ότι θα ανέλθει σε κατάσταση συνείδησης στην οποία ολόκληρη η εικόνα θα γίνεται κατανοητή.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Σκέψεις... 2ο


Η δύναμη της τεχνολογίας σήμερα έχει φτάσει στο σημείο να μπορεί κανείς να μιμηθεί τα πάντα, αλλά αυτό δεν οδηγεί σε καμία τέχνη, αντιθέτως γεμίζει τον κόσμο με καταναλωτικά σκουπίδια.

Νέοι άνθρωποι εκτελούνται καθημερινά εκ του συστάδην, κατασπαλώντας τέσσερις έως πέντε ώρες από τη ζωή τους, παρακολουθώντας ανυπόστατους κόσμους και φευγαλέα οράματα (Ν. Τσόμσκι).

  Δεν υπάρχει περιέργεια για το καινούριο. Αν δε ρισκάρεις δε θα γνωρίσεις το νέο. Μην έχεις νοσταλγική διάθεση, γιατί αυτά ανήκουν  αλλού. Να μη σπεύδεις εκεί που μυρίζει ναφθαλίνη. Τα πραγματικά αισθήματα της τέχνης δεν κρύβονται στις ξεχασμένες ευαισθησίες. Το μέλλον είναι «καλύτερο πρόσχημα».

Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο όταν ξεπηδάει από μία ανάγκη.

Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για να αγγίξεις ένα έργο τέχνης.

Οι αισθητικές και οι κριτικές μελέτες ή είναι μεροληπτικές και μονόπλευρες απόψεις, απολιθωμένες και χωρίς νόημα ή είναι επιδέξια λεκτικά παιχνίδια, όπου σήμερα κυριαρχεί η Α άποψη και αύριο η αντίθετη. Τα έργα τέχνης ζουν μέσα σε απέραντη μοναξιά και η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για να τα πλησιάσεις.

Επικίνδυνες και βλαβερές είναι οι θλίψεις που για να τις βουβάνουμε τις σέρνουμε μέσα στον όχλο. Οι μεγάλες θλίψεις διαπερνούν το εσώτερο Είναι μας, μας κάνουν να απλώνουμε τη ματιά μας πέρα από τα σύνορα της νόησής μας και ακόμα μακρύτερα, πέρα από το φράκτη της διαίσθησής μας.

  Πρέπει να δεχτούμε την υπόστασή μας όσο γίνεται πιο πλέρια. Όλα ακόμα και το ακατανόητο πρέπει να είναι εκεί, να είναι όλα πιθανά. Να σταθούμε με θάρρος μπροστά στο αλλόκοτο, το θαυμαστό, το ανεξήγητο, που μπορεί να ανταμώσουμε. Να σταματήσουμε να αντιστεκόμαστε και να φοβόμαστε το ανεξήγητο. Η καθημερινή αντίσταση ατροφεί τις αισθήσεις που θα μπορούσαν να συλλάβουν οτιδήποτε «ανεξήγητο».

Ο φόβος μπροστά στο Άγνωστο όχι μονάχα φτώχυνε την ύπαρξη του ατόμου, αλλά περιόρισε ακόμα και τις σχέσεις του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, τις τράβηξε έξω από το ποτάμι των απέραντων δυνατοτήτων για να τις «προφυλάξει κάπου ήσυχα». Γι’ αυτό οι σχέσεις των ανθρώπων επαναλαμβάνονται με τόση ανείπωτη μονοτονία.

Ο φόβος μπροστά στο καινούριο, που δεν μπορούμε να προμαντέψουμε ποιο θα είναι το τέλος του και δεν έχουμε το κουράγιο να αναμετρηθούμε μαζί του. Δεν μπορούμε έτσι να ζήσουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους με όλη τη δύναμη και τη ζωντάνια που θα μπορούσαμε και συγχρόνως, δε φτάνουμε στο βάθος της δικής μας ύπαρξης.

Αν υπάρχουν τρόμοι, γκρεμοί, κίνδυνοι σ’ αυτόν τον κόσμο είναι δικοί μας και πρέπει να τους αγαπήσουμε.


Μουσική

«Η γνώσις της εν τω παντί τάξεως» είναι η Μουσική

«Καθ’ αρμονίαν συνεστάναι τα πάντα» – Διογένης Λαέρτιος

«Η φιλοσοφία είναι η μεγάλη Μουσική» – Πλάτωνας, Φαίδρος

Οι τέσσερις ιερές, μαθηματικές επιστήμες των αρχαίων Ελλήνων, τα τέσσερα πλατωνικά στάδια για την κατάκτηση της σοφίας ήταν: η Αριθμητική, η Μουσική, η Γεωμετρία, η Αστρονομία, που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τη μονάδα, τη δυάδα, την τριάδα και την τετράδα. Η Μουσική με τις αναλογίες της και τον ενσωματωμένο σ’ αυτήν Νόμο της Επτάδας ή Οκτάβας επηρέασε πολύ τη γεωμετρία και την αστρονομία και θα πρέπει να της δοθεί έτσι ιδιαίτερη μνεία. Η πυθαγόρεια άλλωστε τετρακτύς, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, «αναπτύσσεται στην ουράνια αρμονία που ψάλλουν οι Σειρήνες», τα πλανητικά αυτά σύμβολά της, με άλλα λόγια, στη μουσική των σφαιρών.

Η λέξη «Μουσική» ετυμολογικά σχηματίζεται από τη λέξη «Μούσα» ως βασικό μέρος και από μια χαρακτηριστική ενδεικτική μορφή κατάληξης ικος, ικη, ικον.
Το βασικό θέμα της λέξης «Μουσική», δηλαδή η λέξη «Μούσα» προέρχεται από τη Δωρική μορφή «Μώσα» η οποία παράγεται από το Δωρικό ρήμα «Μω», που ερμηνεύεται σαν Αναζητώ, Ερευνώ.
Αντίστοιχα η χαρακτηριστική μορφή της κατάληξης ικος, ικη, ικον προσδιορίζει το είδος, τη μορφή, τον χρόνο, τη χρήση ή τον χρήστη και άλλες πολλές ενδείξεις. Στη φράση ποιητΙΚΟΣ λόγος η κατάληξη ΙΚΟΣ υποδηλώνει το είδος του λόγου, στη φράση ΚατοχΙΚΟΣ λόγος, η κατάληξη ΙΚΟΣ υποδηλώνει τη χρονική περίοδο της δημιουργίας του νόμου. Στη λέξη ΑριθμητΙΚΗ δηλώνεται η επιστήμη που χρησιμοποιεί αριθμούς.

Με τη λέξη λοιπόν «Μουσική» πρέπει να υποδηλώνεται η Τέχνη ή η Επιστήμη που χρησιμοποιεί τη «Μούσα» ή «Μώσα», δηλαδή την έρευνα ή την αναζήτηση της γνώσης της αλήθειας, γενικά σε όλους τους κλάδους της επιστήμης και όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο κλάδο.
Προκύπτει λοιπόν από την παραπάνω ετυμολογική σημασία της λέξης «Μουσική», ότι όλες οι μορφές των αναζητήσεων και των ερευνών αποτελούν κλάδους της Μουσικής. Η Κοσμογονική, η Κοσμολογική, η Πλανητική έρευνα είναι μέρη της Μουσικής επιστήμης. Επίσης η Αριθμητική, η Γεωμετρική, η Μαθηματική έρευνα γενικώς είναι μέρη της Μουσικής επιστήμης.

Η μουσική στους αρχαίους δεν είχε μοναδικό σκοπό τη δημιουργία ευχάριστων απλώς συναισθημάτων ή την ψυχαγωγία των ανθρώπων, όπως συμβαίνει ως επί το πλείστον σήμερα, αλλά την εκπαίδευση, τον εξευγενισμό και την κάθαρση της ανθρώπινης ψυχής, η οποία έπρεπε να συντονιστεί με τη θεία ουράνια αρμονία, της οποίας όφειλε να αποτελεί μέρος.
Ο Πυθαγόρας, “Μύστης” και βαθύτατος γνώστης του συμβολισμού και αποσυμβολισμού, γνώριζε το βάθος του φιλοσοφικού νοήματος της Μουσικής και υποστήριζε ότι η αντίληψη και η κρίση της μουσικής γίνεται από διανοητική και πνευματική διεργασία και όχι από την αίσθηση της ακοής.
Η ίδια η μουσική θεωρούνταν ιδιότητα του Απόλλωνα του κατεξοχήν θεού της αρμονίας, του λόγου, της τάξεως και του αριθμού, ιδιότητες που αντιπροσωπεύονταν με τη λύρα του και αντιστοιχούσαν στις τέσσερις δυνάμεις του: τη μουσική, τη μαντική, την ιατρική και την τοξική ή καθαρτική.

Δεχόμενοι ότι όλα τα όντα και τα φαινόμενα είναι αριθμοί ή εκφράζονται με αριθμούς, οι Πυθαγόρειοι μελέτησαν εκτός των άλλων, τις σχέσεις των μουσικών φθόγγων και των αρμονιών και ανακάλυψαν ότι αυτές εκφράζονται με μεγάλη ακρίβεια με απλούς μαθηματικούς λόγους. Για παράδειγμα οι τρεις πρώτοι αρμονικοί η οκτάβα (διαπασών), η πέμπτη και η τέταρτη εκφράζονται με τις αριθμητικές σχέσεις, 2:1, 3:2 και 4:3.
Τη θεωρία των διαστημάτων η δυτική μουσική την παρέλαβε από την ελληνική στην οποία υπήρχαν σύμφωνα διαστήματα (οκτάβα, πέμπτη, τέταρτη) και διάφωνα (μικρή και μεγάλη δεύτερη, μικρή και μεγάλη τρίτη, αυξημένη τέταρτη, μικρή και μεγάλη έκτη, μικρή και μεγάλη έβδομη). Η αρχαία ελληνική μουσική γνώριζε επίσης και τα τρία γένη της σημερινής μουσικής: το διατονικό, το χρωματικό και το εναρμόνιο.
Ο μουσικός συμβολισμός των αρχαίων Ελλήνων μπορεί να εκφραστεί μαθηματικά με τους απλούς αριθμητικούς λόγους 1:2:3:4. Αν ορίσουμε με το λόγο 1:1 μια πλήρη χορδή, τότε στο λόγο 3:4 (τετάρτη) θα έχουμε τη συμφωνία του διατέσσερα, στο λόγο 2:3 (πέμπτη) τη συμφωνία του διαπέντε και στο λόγο 1:2 τη συμφωνία του διαπασών. Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώρισαν επίσης την οκτάβα συν μια πέμπτη (1:2:3) και τη διπλή οκτάβα ή δισδιαπασών (1:2:4).
Ας θυμηθούμε και το περίφημο ελληνικό Λ, τις δύο αριθμητικές ακολουθίες που χρησιμοποίησε ο Δημιουργός για να κατασκευάσει, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, την Ψυχή του Κόσμου, τοποθετημένες στη μορφή του ελληνικού γράμματος Λ:

              1


      2           3


   4                9


8                      27

Με το πείραμα του μονόχορδου αποδείχτηκε ότι οι σχέσεις μεταξύ των φθόγγων εξαρτώνται από το μήκος των χορδών και η μουσική συνδέθηκε έτσι με τα μαθηματικά. Η αρμονία των φθόγγων αντιστοιχούσε πλήρως στην αρμονία ή στην αναλογικότητα των αριθμών. Στη συνέχεια οι Πυθαγόρειοι στράφηκαν στην Αστρονομία και απέδωσαν μουσικές αναλογίες και σχέσεις στις αποστάσεις των πλανητών.

Ο Αριστοτέλης στο βιβλίο του Περί Ουρανού, αναφέρει ότι οι Πυθαγόρειοι και ιδίως ο Φιλόλαος, πίστευαν ότι οι επτά πλανήτες Ήλιος, Σελήνη, Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας και Κρόνος μαζί με τη Γη (8η) και τη σφαίρα των απλανών (9η), κινούνταν γύρω από την Εστία (ονομαζόμενη επίσης Εμπυρείον, Όλυμπος και Ζανός Πύργος), ένα κεντρικό πυρ το οποιο δεν βλέπουμε.
Με αυτόν τον τρόπο είχαμε συνολικά εννέα κινήσεις γύρω από την Εστία και επειδή θα έπρεπε να ήταν κανονικά δέκα, όσο και ο ιερός αριθμός που προκύπτει από την ιερή τετρακτύνα (1+2+3+4), υπέθεσαν την ύπαρξη της Αντιχθώνας, ενός άλλου πλανήτη που βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά του κεντρικού πυρός από ότι η Γη και ο οποίος γι’ αυτό το λόγο ήταν αόρατος.
Αναφέρει επίσης τις αποστάσεις των πλανητών από το κεντρικό πυρ σύμφωνα με την άποψη των Πυθαγορείων. Αυτές φαίνονται να ακολουθούν μία γεωμετρική πρόοδο με λόγο 3: Κεντρικό Πυρ (1), Αντιχθώνα (3), Γη (9), Σελήνη (27), Ερμής (81), Αφροδίτη (243), Ήλιος (στη μέση, 729), Άρης (2187), Δίας (6561) και Κρόνος (19683).

Ο Πυθαγόρας δίδαξε ότι καθένας από τους επτά πλανήτες παρήγαγε κατά την κίνησή του πάνω στην τροχιά του μια ιδιαίτερη νότα, ανάλογα με την απόστασή του από το κεντρικό πυρ. Οι αποστάσεις αυτές ήταν αρμονικές, ανάλογες με τα μουσικά διαστήματα και τις υποδιαιρέσεις της προηγούμενης χορδής. Από τη συνήχηση και συμφωνία τω επτά αυτών βασικών ουράνιων φθόγγων παράγεται η ουράνια συναυλία, η περίφημη Μουσική των Σφαιρών, ο αρμονικός και μελωδικός ήχος των Σειρήνων, τον οποίο συνήθως δεν ακούμε λόγω της λεπτότητάς του ή διότι τα αυτιά μας έχουν εξοικειωθεί σε αυτόν.

Την ίδια ουράνια μουσική πίστευε ο ιερός Αυγουστίνος ότι άκουγαν οι άνθρωποι τη στιγμή του θανάτου τους και υποτίθεται πως άκουσε, σύμφωνα με τον Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, ο Μωυσής στο όρος Σινά, όταν πήρε τις πλάκες με τις 12 εντολές.