Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Πυθαγόρας (570 π.Χ. – 500 ή 490 περίπου)

Στη διάρκεια της ζωής του ο Πυθαγόρας και οι αφοσιωμένοι οπαδοί του διακατέχονταν από μια παθιασμένη μυστικοπάθεια. Δεν άφησαν καθόλου γραπτά «μνημεία» απ’ όσα γνωρίζουμε. Οι αρχαιότερες γραπτές αναφορές στο πρόσωπο του Πυθαγόρα – που αποδέχονται οι σύγχρονοι μελετητές – περιορίζονται σε έξι σύντομα αποσπάσματα τα οποία χρονολογούνται στον αιώνα μετά τον θάνατό του και δεν προέρχονται από κάποιο πρωτότυπο, αλλά από έργα των συγγραφέων της αρχαιότητας οι οποίοι είτε είχαν διαβάσει το πρωτότυπο είτε επικαλούνται προγενέστερες, δευτερογενείς πηγές. Τα τρία από αυτά τα εδάφια πραγματεύονται το πυθαγόρειο δόγμα της μετενσάρκωσης, ενώ τα άλλα δύο αναφέρονται στο ψυχικό σθένος, στη γνώση και στη σοφία του Πυθαγόρα. Τα επόμενα δύο είναι χλευαστικά και προσβλητικά προς το πρόσωπό του. Το έκτο εδάφιο εκφράζει μια αμφίβολη φιλοφρόνηση η οποία παρεμβάλλεται στο μέσον μιας – μάλλον άσχετης κατά τα άλλα – εξιστόρησης από τον ιστορικό Ηρόδοτο, ο οποίος χαρακτηρίζει τον Πυθαγόρα ως «αναμφιβόλως, τον κατώτερο απ’ όλους τους Έλληνες σοφούς».

Την εποχή του Πλάτωνα, τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Πυθαγόρας και οι πυθαγόρειοι αποτελούσαν μάλλον ένα είδος μυστηρίου, ενώ σήμερα μνημονεύονται συχνά ως «μια αρχαία λατρεία, σχετικά με την οποία τίποτα δεν είναι γνωστό.
Ο Πλάτωνας γνωρίζοντας τους πυθαγόρειους, επηρεάστηκε πολύ από την ιδέα για τον ρόλο των αριθμών στη φύση και στη δημιουργία και επιχείρησε να ενσωματώσει εκείνο που θεωρούσε «διδακτέα ύλη των πυθαγορείων - την τετρακτύ» ή κουαντρίβιουμ – στην Ακαδημία του (Ακαδήμεια) στην Αθήνα. Ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του έγραψαν εκτενώς για τους πυθαγόρειους κάποια χρόνια μετά, στηριζόμενοι σε προγενέστερο υλικό, καθώς και σε προσεκτικά επιλεγμένους ζώντες φορείς της προφορικής παράδοσης πριν ακόμα μολυνθεί αυτή από διάφορα ψευδεπίγραφα κείμενα.
Φαίνεται πως ποτέ ξανά στην ανθρώπινη ιστορία δεν προσπάθησε άλλη ομάδα ανθρώπων με τέτοιο πείσμα ή έστω με τέτοια επιτυχία να παραμείνει μυστική, όσο οι πυθαγόρειοι και παρ’ όλα αυτά να αποκτήσει τέτοια διασημότητα και επιρροή για ένα τόσο απρόσμενα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος εγκαταστάθηκε το 530 π.Χ. περίπου στην ελληνική αποικία του Κρότωνα στη νότια ακτή της Ιταλίας (σε ηλικία σαράντα ετών). Προκάλεσε αίσθηση ως δάσκαλος και θρησκευτικός ηγέτης. Κήρυττε ένα δόγμα μετενσάρκωσης και κατέστη σημαντική μορφή στην πολιτική σκηνή της πόλης, απέκτησε επικίνδυνους εχθρούς και τελικά το 500 π.Χ. περίπου αναγκάστηκε να μετεγκατασταθεί σε μια άλλη παράκτια πόλη, το Μεταπόντιο όπου και πέθανε.

Στον Κρότωνα πειραματίστηκε με τη χρήση της λύρας προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα, γιατί κάποιες χορδές συγκεκριμένου μήκους παράγουν τόσο όμορφους ήχους. Ανακάλυψε πως η σχέση μεταξύ του μήκους της χορδής μιας λύρας και του ανθρώπινου αυτιού δεν είναι συμπτωματικές ούτε αυθαίρετες.

Σε μια έκλαμψη πνευματικής διαύγειας οι πυθαγόρειοι ανακάλυψαν πρότυπα και κρυμμένη αρμονία πίσω από τη φαινομενική ποικιλία και πολυπλοκότητα της φύσης, η οποία μπορεί να κατανοηθεί μέσω των αριθμών. Έφτασαν στο σημείο να ορίσουν τους αριθμούς ως οδηγούς τους (στην εποχή που ζούσε ο Πυθαγόρας ή λίγο μετά το θάνατό του), προκειμένου να διατυπώσουν ορισμένες ίσως υπερβολικές, ανορθόδοξες και ακατέργαστες ιδέες για το Σύμπαν και τη φύση. Ορισμένοι ίσως εκπλαγούν όταν μάθουν ότι σε τούτο τον «πρωτοπυθαγόρειο» πυρήνα αλήθειας δεν γίνεται καμιά αναφορά σε πυθαγόρεια τρίγωνα ή στο πυθαγόρειο θεώρημα (πιο σωστά πυθαγόρειος κανόνας γιατί ο όρος «θεώρημα» υποδηλώνει μια έννοια άγνωστη την εποχή εκείνη). Ο τρόπος με τον οποίο το πυθαγόρειο θεώρημα πέρασε από κοινωνία σε κοινωνία και από μια ιστορική περίοδο σε άλλη, συνιστά ένα περίπλοκο και συναρπαστικό θέμα. Ήταν γνωστό το πυθαγόρειο θεώρημα και χάθηκε στη συνέχεια; Ή μήπως χάθηκε μόνο εν μέρει; Σημειώθηκαν άραγε μεμονωμένες ανακαλύψεις; Εξίσου σημαντική είναι και η οπτική μιας τέτοιας κληρονομιάς από τις διάφορες κοινωνίες και το νόημα που της απέδωσαν. Άραγε η γνώση του ήταν χρήσιμη για τη χωρομετρία και την κατασκευή κτιρίων;

Οι αριθμοί και τα μαθηματικά χρησιμοποιούνταν αιώνες πριν γεννηθεί ο Πυθαγόρας, μερικές φορές μάλιστα εφαρμόζονταν κάτω από μια οπτική περισσότερο εξεζητημένη από τη δική του και των οπαδών του.

Οι συλλήψεις των πυθαγορείων στο βασίλειο της μουσικής ήταν εξαιρετικές και υλοποιούνταν με έναν εξ ολοκλήρου νέο τρόπο, εντελώς διαφορετικό από την πρακτική χρήση των αριθμών ή την εκτίμηση ενός όμορφου γεωμερικού σχήματος. Διαπνεόμενοι από μια ευλάβεια για τη δύναμη των αριθμών ο Πυθαγόρας και οι οπαδοί του πραγματοποίησαν μία από τις εμβριθέστερες και σπουδαιότερες ανακαλύψεις στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Βρέθηκαν μπροστά σε ένα κατώφλι σαν αυτά που ελάχιστες φορές έχει διαβεί η ανθρωπότητα. Η συγκεκριμένη αυτή πύλη δεν θα ξανάκλεινε ποτέ.

Η φαινομενολογία

Μέσα από το συγγραφικό έργο του Έντμουντ Χούσερλ (1859 – 1938) αναδύθηκε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο αξιόλογα ρεύματα στην ιστορία της φιλοσοφίας, η φαινομενολογία. Πρόκειται για μια μέθοδο προσέγγισης της συνείδησής μας και όχι για μια θεωρία ή κάποιο σύστημα φιλοσοφίας που θα μας πει τι είναι σωστό και τι δεν είναι.
Στη συνείδησή μας περιλαμβάνονται παραστάσεις, εικόνες και εμπειρίες που τις συνδέουμε με τις αιτίες τους, δηλαδή τα όντα και τα γεγονότα που τις προκάλεσαν μέσα μας και τις οποίες κρίνουμε, αναλύουμε και τις συνδυάζουμε με συναισθηματικές καταστάσεις μέσα μας. Όμως οι κρίσεις, οι αναλύσεις των παραστάσεων μας, ο συσχετισμός τους με τα συναισθήματά μας και με τις αιτίες που τα δημιούργησαν, δεν αποτελούν συστατικά των ίδιων των περιεχομένων της συνείδησής μας. Αφού αποτυπωθούν οι παραστάσεις, οι εικόνες και οι εμπειρίες στη συνείδησή μας, έρχεται η τελευταία αυτή να τις κρίνει, να τις αναλύσει, να τις συνδέσει με τις αιτίες τους, να τις συνδυάσει με συναισθηματικές καταστάσεις μας.

Οι κρίσεις μας όμως, οι αναλύσεις μας και οι αναφορές μας σε αιτίες και συναισθήματα, μπορεί να μην είναι ακριβείς, οπότε και οι παραστάσεις με τις οποίες συνυφαίνονται εκείνες, παρουσιάζονται στη συνειδησή μας διαστρεβλωμένες, παραποιημένες, θολές. Αν θέλουμε να δούμε την πραγματική φύση των παραστάσεων μέσα μας, να επιχειρήσουμε να τις δούμε σε ένα πρωτογενές, προεμπειρικό στάδιο προσέγγισής τους πριν αρχίσουμε να τις κρίνουμε, να τις αναλύουμε και να τις συνδέουμε με τις αιτίες τους και τα συναισθήματά μας, να τις δούμε δηλαδή σαν καθαρά φαινόμενα, όπως πραγματικά φαίνονται στη συνείδησή μας, όπως αρχικά αποτυπώθηκαν μέσα μας.

Προκειμένου να συλλάβουμε την ουσία τους θα πρέπει η συνείδησή μας να ακολουθήσει δύο άλλες διαδικασίες, να επιχειρήσει δύο τύπους υπέρβασης μέσα μας: την φαινομενολογική αναγωγή και την ειδητική αναγωγή.
Η φαινομενολογική αναγωγή είναι μια διαδικασία οπισθοδρόμησης της συνείδησης. Έχοντας πάει ένα βήμα πίσω για να φτάσει στα καθαρά φαινόμενα, στην κατάσταση που βρίσκονταν τα περιεχόμενά της πριν από τη διατύπωση εκ μέρους μας κρίσεων ή αναλύσεων γι’ αυτά και το συσχετισμό τους με τις αιτίες τους και τις συναισθηματικές μας καταστάσεις, καλείται να πάει ένα ακόμα βήμα προς τα πίσω. Όταν αποσυνδέσουμε τη συνείδησή μας από κρίσεις, αναλύσεις, αναφορές σε αιτίες και συναισθήματα και έχει μείνει μέσα μας ως καθαρό φαινόμενο, δεν αποκλείεται τελικά να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, να μας φαίνεται πραγματικό χωρίς να είναι, να είναι δηλαδή μια παραίσθηση, δίχως και αυτό πάλι να σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να μην είναι παραίσθηση αλλά να είναι πραγματικό. Τα ίδια τα φαινόμενα της συνείδησής μας, τα καθαρά φαινόμενα, είναι αδύνατον να μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα αυτό. Εκείνο που θα πρέπει να κάνουμε αναφορικά προς τα καθαρά φαινόμενα, είναι να τηρήσουμε απέναντί τους μια στάση «εποχής» (αναστολή διατύπωσης κρίσεων, σύμφωνα με τη θεωρία του πυρρωνισμού).

Πηγαίνοντας ένα βήμα πίσω από τα φαινόμενα της συνείδησής μας, όπως υπαγορεύει η φαινομενολογική αναγωγή, βιώνουμε άμεσα την ίδια τη συνείδησή μας σαν ένα ρεύμα, σαν κάτι που μας διατρέχει, μέσα στο οποίο εμπλέκονται τα περιεχόμενά της, τα καθαρά φαινόμενα, οι κρίσεις μας και οι αναλύσεις μας γι’ αυτά και οι αναφορές μας στις αιτίες τους.
Επειδή η βίωση του ρεύματος της συνείδησης μας εκ μέρους μας είναι άμεση, δεν μας αφήνει περιθώρια για να την αμφισβητήσουμε και γι’ αυτό αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχτεί η βεβαιότητα που ψάχνουμε μέσα μας. Βέβαια, το ρεύμα της συνείδησης μας δεν είναι μια τυφλή χωρίς καμιά στόχευση ενέργεια, αλλά εκδηλώνεται πάντοτε σε σχέση με κάτι άλλο, διαφορετικό από αυτή.
Δεν υπάρχει σκέτη συνείδηση χωρίς να αναφέρεται σε κάτι, αλλά υπάρχει πάντοτε ως συνείδηση τινός, ως συνείδηση κάποιου πράγματος, το οποίο μπορεί να είναι ένας μουσικός φθόγγος, το χρώμα ενός αντικειμένου κ.λ.π. Βέβαια ένας μουσικός φθόγγος στον οποίο αναφέρεται η συνείδησή μας, μπορεί να παρουσιαστεί σ’ αυτήν με χίλιες δυο διαφορετικές εκδοχές. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για ένα χρώμα αλλά και κάθε άλλο φαινόμενο στο οποίο αναφέρεται η συνείδησή μας, τα οποία μπορούν να προσλάβουν μέσα της πλήθος διαφορετικών εκδοχών. Τί είναι εκείνο όμως που παρά την ποικιλία που παρουσιάζουν οι μουσικοί φθόγγοι μεταξύ τους συντελεί ώστε να αποτελούν από κοινού μια ομάδα έτσι ώστε τα μέλη της να μην μπορούν να υπαχθούν σε κάποια άλλη ομάδα – στην κατηγορία των γλυκών πραγμάτων, στην κατηγορία των σκληρών πραγμάτων κ.ο.κ. – ή τί είναι εκείνο που κάνει τα χρώματα, παρά τις διαφορετικές εκδοχές με τις οποίες παρουσιάζονται στη συνείδησή μας, να συνιστούν μια ομάδα; Θα πρέπει ασφαλώς τα πράγματα πίσω από τις ποικίλες μορφές που εμφανίζονται στη συνείδησή μας, να διαθέτουν κάτι κοινό, μια σταθερή και αμετάβλητη δομή, ένα πρότυπο απ’ όπου πηγάζουν και εκπορεύονται οι ποικίλες μορφές τους. Μόνο που για να συλλάβουμε τη δομή αυτή της κάθε ομάδας των φαινομένων της συνείδησης, σύμφωνα με τη μέθοδο της φαινομενολογίας, χρειάζεται να επιχειρήσουμε μία ακόμη αναγωγή (πέρα από τη φαινομενολογική αναγωγή), την ειδητική αναγωγή. Χάρη στην ειδητική αναγωγή, μεταβαίνουμε από την πολλαπλότητα των φαινομένων στη σταθερή και αμετάβλητη δομή, την ιδέα ή το είδος (οι όροι «ιδέα» και «είδος» χρησιμοποιούνται με τη σημασία με την οποία τους εισηγήθηκε ο Πλάτων σαν τα πρότυπα δηλαδή, των οποίων τα πράγματα που συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας αποτελούν αντίγραφα) που αποτελεί την ουσία από την οποία πηγάζουν τα φαινόμενα.